Contents |
From ἴδιος (“‘peculiar’”) + σύν (“‘with’”) + κρᾶσις (“‘mixture’”)
ἰδιοσυγκρασία (genitive ἰδιοσυγκρασίας) f, first declension; (idiosunkrasia)
| Case / # | Singular | Dual | Plural |
|---|---|---|---|
| Nominative | ἰδιοσυγκρασίᾱ | ἰδιοσυγκρασίᾱ | ἰδιοσυγκρασίαι |
| Genitive | ἰδιοσυγκρασίᾱς | ἰδιοσυγκρασίαιν | ἰδιοσυγκρασιῶν |
| Dative | ἰδιοσυγκρασίᾳ | ἰδιοσυγκρασίαιν | ἰδιοσυγκρασίαις |
| Accusative | ἰδιοσυγκρασίᾱν | ἰδιοσυγκρασίᾱ | ἰδιοσυγκρασίᾱς |
| Vocative | ἰδιοσυγκρασίᾱ | ἰδιοσυγκρασίᾱ | ἰδιοσυγκρασίαι |
|
|